Οικονομικές δυσκολίες αναγκάζουν την κωφή έφηβη Βαλμίρα να αφήσει το σχολείο Κωφών στην Αθήνα και να επιστρέψει στο νησί του πατέρα της, όπου βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της αδιαφορίας και της απομόνωσης – όχι μόνο εξαιτίας των προκαταλήψεων του χωριού, αλλά, κυρίως, των δικών της.
Άκουσέ με – Listen
Δράμα
Έτος: 2022
Χώρα: Ελλάδα, Βουλγαρία
Διάρκεια: 108′
Σκηνοθεσία: Μαρία Ντούζα
Ηθοποιοί: Ευθαλία Παπακώστα, Δημήτρης Κίτσος, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Yoana Bukovska Davidova, Νίκος Κουκάς, Ευαγγελία Ανδρεαδάκη
Διανομή: Cinobo
Πρεμιέρα: 29 Φεβρουαρίου 2024

Διαβάστε ΕΔΩ τις κριτικές των ελληνικών ΜΜΕ για την ταινία (από το yourate.gr).


Ωστόσο, σε μια ενδιαφέρουσα προέκταση, η ταινία μάς δείχνει πως τελικά δεν εμποδίζουν την επικοινωνία και την αλληλοκατανόηση μόνο τα όσα δεν μπορούμε να ακούσουμε αλλά πολύ συχνά κι εκείνα που δεν βλέπουμε. Αυτή τη φορά όχι γιατί δεν είμαστε βιολογικά σε θέση αλλά γιατί απλούστατα επιλέγουμε να τα αφήνουμε εκτός κάδρου. Σε αυτή τη λογική, το μοντάζ ίσως σ’ ένα πρώτο επίπεδο φαίνεται χαλαρό σε λίγα σημεία, εντούτοις είναι απόλυτα συμβατό με την αποσπασματική πρόσληψη του κόσμου που παρουσιάζεται και την αλλοιωμένη της αιτιοκρατία. Εξάλλου, σύμφωνα με τον celebrated βιρτουόζο του είδους Γιώργο Μαυροψαρίδη, αυτό ακριβώς κάνει και ο θεατής μιας ταινίας: συνδέει αποσπασματικά καρέ σε ένα ενιαίο νόημα στο μυαλό του, έτσι ώστε πρακτικά «ο εγκέφαλος είναι η οθόνη».Συνολικά, η σκηνοθέτρια (και σεναριογράφος) αποσπά ιδιαίτερα πειστικές ερμηνείες από το καστ της, με την Ευθαλία Παπακώστα να διαχειρίζεται άψογα έναν απαιτητικό ρόλο και τους Δημήτρη Κίτσο και Νίκο Κουκά να ακολουθούν σε εξίσου υψηλά στάνταρ, στοιχείο βασικό σε μία ταινία τόσο character – driven όσο αυτή. Ενδεχομένως, το φινάλε παραείναι στρογγυλεμένο δεδομένου του αιχμηρού κοινωνικοπολιτικού σχολιασμού που έχει προηγηθεί.Παρόλα αυτά, όσοι διάβασαν στην παιδική/εφηβική τους ηλικία το «Ένα σακί μαλλιά» του αγαπημένου της Ντούζα Παντελή Καλιότσου, πιθανότατα θα εκτιμήσουν το συγκεκριμένο homage. (Νόρα Μαυρίδη – moveitmag.gr – 3/5)
Στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να επικοινωνήσω εύκολα με τους ανθρώπους, αισθάνομαι ότι νιώθουν άβολα μαζί μου και αυτό με κάνει να αισθάνομαι άσχημα». Η εξομολόγηση μιας νεαρής κωφάλαλης γυναίκας, αποτυπώνει το μέγεθος της κοινωνικής απομόνωσης που βιώνει η κοινότητά τους. Η απώλεια ακοής –στην εποχή μας- φαίνεται να είναι κοινή πάθηση και στους μη έχοντες ιατρική διαταραχή, αρνούμενοι αρκετοί νέοι, μεγαλύτεροι, γονείς, παιδία, να τείνουν ευήκοον ους. Η κοινωνική αλληλεπίδραση γίνεται δυσκολότερη και η απομόνωση μεγαλύτερη. Η ταινία της Μαρίας Ντούζα από τη μια διερευνά την ενσωμάτωση στο κοινωνικό πλαίσιο μιας δεκαεξάχρονης κωφάλαλης μαθήτριας, από την άλλη δε, την καχυποψία και τον εκφοβισμό από την νησιωτική κοινότητα, εκεί όπου το νεαρό κορίτσι κατοικεί, σε οτιδήποτε εμφανίζεται ως « διαφορετικό». Η Μαρία Ντούζα, εμπλουτίζει το σενάριο της ταινίας και με μια επιπρόσθετη διάσταση, της έλλειψης επικοινωνίας της κωφάλαλης πρωταγωνίστριας με τον πατέρα της, με τη θετή της μητέρα, ενώ την ίδια στιγμή η κεντρική ηρωίδα δεν εξιδανικεύεται, υποπίπτει και η ίδια σε διακρίσεις και σε λανθασμένες επιλογές. Αξιοσημείωτη και ενταγμένη αρμονικά η νοηματική γλώσσα παράλληλα με την ομιλούσα και ο τρόπος που επικεντρώθηκε η Μαρία Ντούζα στα μοτίβα των χειλιών της Βαλμίρα(Ευθαλία Παπακώστα), στις εκφράσεις του προσώπου της, ακόμη κι όταν προσπαθούσε να κατανοήσει τον μικρό ήχο- που ήταν στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερος- όταν δυο μηχανόβιοι που τους γνώριζε, της έκλεψαν τη τσάντα. Η σεναριακή και η σκηνοθετική προσέγγιση, όπως επίσης και η μουσική της Άννας Στερεοπούλου συνέτειναν στην κατανόηση μιας μεγάλης αλήθειας, ότι οι κοινωνίες οφείλουν να διαμορφώνουν συνθήκες αποδοχής, γαλήνης, κατανόησης και αλληλεπίδρασης όλων των κοινωνικών ομάδων, χωρίς ταμπέλες. Τί χρειαζόταν στην ταινία για να διαθέτει πιο ισχυρό αντίκτυπό; Αρχικά, καλύτερες ερμηνείες- περιμέναμε περισσότερα από τον Γιώργο Πυρπασόπουλου- έπειτα, πιο σφιχτοδεμένο σενάριο, όπως επίσης και ένα κλείσιμο που θα ενσωμάτωνε ανατροπές και θα κρατούσε αποστάσεις από τις αφηγηματικές κοινοτυπίες. (Ιάκωβος Γωγάκης – screeneye.gr – 2,5/5)
Στο σπίτι, θα άλλαζες κανάλι αρκετή ώρα νωρίτερα… Και είναι κρίμα. Γιατί το «Άκουσέ με» δεν είναι μία πραγματικά κακή ταινία. Απλά, είναι μια ταινία που δεν έχει θέση στο σινεμά. Όσο κι αν το προσπαθεί η Ντούζα, και στην καθοδήγηση των ηθοποιών και σε «ευρήματα» στην ηχητική μπάντα (που διαχειρίζεται όσο καλύτερα μπορεί το ζήτημα κώφωσης της ηρωίδας). Με ένα σενάριο στείρο ενδιαφέροντος και δραματουργία που δεν χτίζει ούτε σοβαρές εξελίξεις, αλλά ούτε και υποστηρικτικές υποπλοκές (το background της σχέσης του πατέρα με τους συντοπίτες του απορείς γιατί υφίσταται, αφού δεν προσφέρει καμία ουσία στην ιστορία), το φιλμ παγιδεύεται μέσα σε σχολικές έριδες και «απαγορευμένα» ρομάντζα, αγωνιά να δημιουργήσει εντάσεις από το τίποτα και ολοκληρώνει με έναν συμβολισμό ανθρωπιάς που δεν έχει καν να κάνει με την Βαλμίρα, η οποία στην τελική δεν έχει λύσει κανένα από τα προβλήματά της! Σαν ένα επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς που δεν θα άντεχε να μεταδοθεί σε prime time, το «Άκουσέ με» στερείται φιλμικής αξίας και (πρωταρχικά) πάσχει από το πλέον σύνηθες πρόβλημα του ελληνικού κινηματογράφου: την πρόθεση ενός σκηνοθέτη να υπογράφει (σώνει και καλά) και το σενάριο της ταινίας του. (Ηλίας Φραγκούλης – freecinema.gr – 0,5/5)
